Η στοργή της μάνας

Posted by on May 11, 2020 in Αταξινόμητα | No Comments

Hits: 10

Ήταν αργά το Φθινόπωρο. Η Μάνα μου δεν προλάβαινε να μαζεύει τα φύλλα των διαφόρων δένδρων και της κληματαριάς που σχεδόν σκέπαζε όλη τη μεγάλη αυλή του σπιτιού μας στη Βαλαντού. Συνήθιζε να ρίχνει μέσα στο φούρνο για να καούν το Σάββατο με το άναμμα του για να ψηθούν τα σιταρένια ψωμιά της εβδομάδας για την πολυνούμερη φαμίλια μας.
Θα ήμουνα περίπου οχτώ χρονών. Στεκόμουνα στο φουρναριό και με την παιδική μου αφέλεια παρακολουθούσα την προσπάθειά της Μάνας μου να ανάψει το φούρνο που ήταν γεμάτος από τα μισόχλωρα αναμμένα φύλλα. Έβγαζαν έναν πυκνό καπνό που τον έκοβες με το μαχαίρι. Σημάδι ότι θ’ αργοπορούσαν να ψηθούν οι νόστιμες σπανακόπιτες που τις περίμενα λαίμαργα ολόκληρη τη βδομάδα.

Ξαφνικά ακούμε τη σκύλα μας, την Κοκκινιά, να γαβγίζει και να ουρλιάζει στα διπλανά αμπέλια. Σε λίγα δευτερόλεπτα, σαν δαιμονισμένη, πηδούσε τους τοίχους του αμπελιού μας, και φθάνοντας κοντά μας, δίνει μια δυνατή σπρωξιά της Μάνας μου σαν να της έλεγε να κάνει στη βάντα. Βιαστικά ρίχτηκε μέσα στο γεμάτο καπνό φούρνο. Σχεδόν αυτομάτως βγαίνει μ’ ένα κουταβάκι στο στόμα της. Τρεις ακόμη φορές ρίχτηκε στον κίνδυνο του φούρνου, ενώ είχαν αρχίσει να φαίνονται μικρές φλόγες εδώ κι εκεί, για να σώσει τη ζωή των μικρών της που είχαν γεννηθεί εκείνες τις μέρες, χωρίς να ξέρουμε, στη φωλιά τους. Αφάνταστη η τρομάρα κι η συγκίνησή μας, χωριστά της Μάνας μου που δεν το ‘θελε και πολύ να μπει στο κλάμα, το αληθινό αυτό δράμα του αγώνα της ζωής.

Βιαστικά πήραμε μερικά τσουβάλια και παλιόρουχα στη γωνιά του σκεπαστού μας. Η σκύλα, με όλη την προσοχή και με τη βοήθεια τη δικιά μας τα τοποθέτησε κι άρχισε σαν γιατρός και νοσοκόμα να τα γλύφει ακατάπαυστα και να τα περιποιείται με ολοφάνερη μητρική αγάπη και στοργή. Επί τρία συνεχή μερόνυχτα δεν έφυγε από κοντά τους. Συνέχιζε τις προσπάθειες με το δικό της ειδικό τρόπο να σώσει τη ζωή των μικρών της. Ο πυκνός και ζεστός καπνός όμως ήταν πολύ δυνατός για τα τρυφερά σκυλάκια. Οι τρίχες τους πέσανε κι έμειναν με ένα λεπτότατο και σχεδόν διαφανές δέρμα. Δεν άργησε να έλθει το αναπόφευκτο, όχι μόνο για τα μικρά, αλλά και τη μάνα τους, που πέθαναν από ασφυξία.

Το αληθινό αυτό δράμα της μάνας σκύλας που δεν έκαμε καμία διάκριση προσπαθώντας να σώσει τα τέσσαρα μικρά της από τις φλόγες και τον καπνό του φούρνου, ίσως να είναι ένα μάθημα κι ένα αξιομίμητο παράδειγμα για πολλούς καθυστερημένους παλαιοημερολογίτες που προσποιούμεθα τους συγχρονισμένους με την επίδειξη της τελευταίας μόδας, και τους προοδευτικούς με τις χωρίς σημασία ελληνικούρες χωρίς να καταλαβαίνουμε οι ίδιοι.

Οι ίδιοι και οι ίδιες όμως παραμένουμε αρχαιολογικά μουσεία με τις παμπάλαιες σκέψεις και συνήθειές μας. Ζωντανά παραδείγματα, η παμπάλαια συνήθεια του κανακάρη και της κανακαράς, η σκληρή, απάνθρωπη κι αδικαιολόγητη ενώπιον Θεού και ανθρώπων διάκριση των γονιών ανάμεσα στα παιδιά τους, σε αγόρια και κορίτσια, σε πρώτα και τελευταία, σε ονόματα του πατέρα και της μητέρας.

Με την παμπάλαια κι αδικαιολόγητη αυτή διάκριση φυτεύουμε τη δυσαρέσκεια και το μίσος ανάμεσα στ’ αδέλφια, ανάμεσα στα παιδιά και τους γονείς, και σίγουρα συντελούμε στην ερήμωση του νησιού μας.
Τα Καρπάθικα κτήματα ίσως να μην είναι αποδοτικά για πλουτισμό. Αποδείχθηκαν όμως ασφάλεια ζωής στον κίνδυνο, όπως στην Μικρασιατική Καταστροφή και στους τελευταίους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, οπότε ουκ ολίγοι συμπατριώτες μας βρήκαν καταφύγιο, άσυλο, στέγη και εσώθηκαν κατά τη διάρκεια των ανθρωποκαμομένων αυτών ανεμοστρόβιλων.

Η Καρπάθικη περιουσία των γονιών, διαμοιραζόμενη εξ ίσου σε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως φύλλου, ηλικίας και ονόματος, σίγουρα θα συντελέσει στο γενικό καλό του νησιού μας. Το κάθε παιδί, έστω και με ένα χωράφι, θα το αισθάνετο ως ένα φυλακτό από τους γονείς του και με κάθε τρόπο θα το δεντροφυτέψει με χρήσιμα δέντρα, θα το περιποιηθεί εις μνήμη εκείνων που του το δώρισαν. Θα δημιουργηθεί μια άμιλλα δενδροκαλλιέργειας που θα αλλάξει την όψη της Καρπάθου από τον Αφιάρτη μέχρι το Διαφάνι και από το Φοινίκι μέχρι την Αχάτα. Και δεν αποκλείεται να χρησιμεύσουν κάποτε σαν σωσίβια βάρκα στη ζωή του. Είναι απαράδεκτο να αφήνονται κτήματα ακαλλιέργητα από πολλούς κανακάρηδες. Είναι αξιοπερίεργο πως να μη διαμαρτυρόμαστε, αλλά να δεχόμαστε την καθυστερημένη και μεσαιωνική αυτή συνήθεια ή μάλλον έκτροπο.

Το ατομικό συμφέρον και ο εγωισμός σκληραίνουν την καρδιά και θολώνουν τη σκέψη. Εμείς οι γονείς με τι μάτια κοιτάζουμε τα αδικημένα παιδιά μας; Τι απολογία θα δώσουμε στο Δημιουργό γι’ αυτή την απαράδεκτη αδικία στα ίδια τα παιδιά μας; Πώς το καταδεχόμαστε να είμαστε εμείς τόσο πολύ λιγότερο στοργικοί προς όλα τα παιδιά μας από μια σκύλα;

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.
Λ. Ι. Σ.

Αναφορές κ΄ πηγές

  1. Από τα απομνημονεύματα του Λάμπρου Ι. Σταματιάδη
  2. Ο Λάμπρος Ι. Σταματιάδης στην karpathopedia