ANP104 – Απόδραση Στην Ελευθερία

Views: 32

Με αγάπη για την Κάρπαθο – For The Love of Karpathos — Apella Nota Podcasts

Μαῦρα μεγάλα κύματα σἂν τὰ θεριά μουγκρίζουν,
καὶ οἱ σκαρμοὶ καὶ τὰ κουπιὰ ἀπὸ τὸ ζόρι τρίζουν.

Ἐλέαμε πῶς σίγουρα τὸ κῦμα θὰ μᾶς πνίξη,
κι’ ἀπὸ τὸν κτύπο τὸν πολὺ τὴ βάρκα θὲ ναναίξη.

Ογδόντα χρόνια πριν… παιδί τότε, ο Ηλίας Αντιμησιάρης κράτησε στη μνήμη του μια συγκλονιστική ποιητική αφήγηση… 

Tην περιπέτεια πέντε νέων μόλις είκοσι ετών, που κωπηλάτησαν για μέρες διανύοντας 170 χιλιόμετρα μέσα στη θάλασσα, με έναν και μοναδικό σκοπό: να αποδράσουν από την ιταλοκρατούμενη Κάρπαθο και να φτάσουν στην ελεύθερη Κρήτη.

Μέσα στην αγριεμένη θάλασσα, με οδηγό τον ήλιο της ελευθερίας και την ελπίδα να τους αγκαλιάσει ξανά η μητέρα Ελλάδα, οι νέοι τόλμησαν και έκαναν το αδύνατο πραγματικότητα.

Ακούστε την «Απόδραση στην Ελευθερία», ένα ταξίδι μνήμης, τόλμης και ελπίδας, στη σειρά podcasts Apella Nota For The Love of Karpathos / Με αγάπη για την Κάρπαθο.

χρησιμοποιήσετε το παρακάτω βελάκι ▶️ για να ακούσετε το πρόγραμμα.

 

 

Σας καλωσορίζουμε στο νέο επεισόδιο της σειράς μας  “Με Αγάπη για την Κάρπαθο” – “For The Love of Karpathos”.

Βρισκόμαστε στην Κάρπαθο λίγο πριν την έναρξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Τα Δωδεκάνησα ζούνε κάτω από την πιο σκληρή περίοδο της ιταλικής κατοχής. Τα μαθήματα των ελληνικών έχουν καταργηθεί στα σχολεία και οι κατακτητές προσπαθούν να εκτοπίσουν όσο το δυνατόν περισσότερους από τους κατοίκους των νησιών, περιορίζοντας τις δυνατότητες τοπικής κτηνοτροφικής, αγροτικής και ενάλειας παραγωγής. 

Οι νέοι του νησιού βιώνουν τη σκληρότητα των κατακτητών ενώ καλούνται να υπηρετήσουν στον ιταλικό στρατό. Αρκετοί από αυτούς παίρνουν το θάρρος να διασχίσουν την επικίνδυνη θάλασσα του Αιγαίου με μια βάρκα για να φτάσουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Έχουν καταγραφεί τουλάχιστον τρία τέτοια περιστατικά, με το τρίτο να έχει καταλήξει τραγικά σε ναυάγιο.

Μεταφερόμαστε νοερά στον Οκτώβρη του 1939, όπου μια παρέα νέων από το Απέρι της Καρπάθου αποφασίζει να φύγει από το νησί κάτω από τη μύτη των Ιταλών.

Η προσπάθεια δεν ήταν καθόλου εύκολη, μια που συνάντησαν τρικυμιώδη θάλασσα και χρειάστηκαν πολυήμερη κωπηλασία για να κάνουν τον περίπλου της ανατολικής ακτογραμμής της Καρπάθου, να περάσουν το στενό της Σαρίας, να φτάσουν στην Αστακία και από εκεί στην Κρήτη. 

H φυγή από τον τόπο τους έγινε με μια βάρκα με κουπιά και ένα μικρό πανί, με κύριο συντελεστή τη νεανική άγνοια κινδύνου και την ισχυρή επιθυμία να αποδράσουν από την Κάρπαθο προς την Ελευθερία!

Το περιπετειώδες ταξίδι τους καταγράφηκε λιτά και ποιητικά από τον Δημήτριο Μιχαήλ Τσαγκάρη – γνωστός και ως Μήτρος – ο οποίος το έστειλε στην οικογένειά του για να εξιστορήσει το συμβάν. Έτσι έφτασε και σε εμάς σήμερα, 80 περίπου χρόνια αργότερα! 

Το ποίημα δημοσιεύτηκε επίσης σε σχετικό άρθρο του «Δελτίου Λυκείου Ελληνίδων Καρπάθου, Η Αθηνά» τον Οκτώβρη του 1955, που ξεκινά ως εξής:

Ἡ λαθραία αναχώρησις ἀπὸ τὴν Ἰταλοκρατουμένη Κάρπαθο εἰς τὴν ἐλευθέραν Κρήτην τῶν τότε ἐφήβων: Δημητρίου Μιχ. Τσαγγάρη, Νικολάου Δ. Λογοθέτου, Χατζηγιάννη Φρ. Μπέρτου, Ανδρέα Φρ. Φασουλέτου και Χ’’Ανδρούλη Ζερβού, αρχές Οκτωβρίου 1939, εἰς στίχους συνταχθέντας ὑπὸ τοῦ Δημητρίου Μ. Τσαγγάρη.

Στην εκπομπή συμπεριλαμβάνουμε την ιδιαίτερα συγκινητική απαγγελία πολλών από τους στίχους όπως τους διέσωσε στη μνήμη του, με αξιόλογες παραλλαγές, ο Ηλίας Αντιμησιάρης. Η απαγγελία αυτή ηχογραφήθηκε το καλοκαίρι του 2026 στο Απέρι. Τους υπόλοιπους στίχους απαγγέλει με μεγάλη ευλάβεια ο εγγονός του Μήτρου, ο Δημήτρης Μιχ. Τσαγκάρης, σε ηχογράφηση που έγινε πρόσφατα στην ηρωική Νήσο Κάσο. 

Ακολουθούν οι μαντινάδες του Μήτρου, όπως δημοσιεύθηκαν στο άρθρο του Δελτίου Λυκείου Ελληνίδων…

Η αναχώρηση

Τὰ πάθη ποὺ τραβήξαμεν θὲ νὰ σᾶς παραστήσω,
καὶ κάθομαι και σκέβγομαι, πως πρέπει νἀρχινίσω. 

Στης Σταματίνας ἤμουνα καὶ στέκουμου στην πόρτα,
κι’ ο Χατζιανδρούλης του Ζερβού μου λέει: Πάμε βόλτα; 

Στὴ βρύση εκατέβημεν καὶ πᾶμε στὸ σφαγεῖο,
καὶ μούσπασε το μυστικό μου λέει «θέ νὰ φύω». 

Πές μου ἂν θὲς νὰρτῆς καὶ σὺ μοῦ ξαναλέει πάλι,
κι’ ο καπετάνιος εἶν’ καλὸς κι ̓ ἡ βάρκα μας μειάλη. 

Ὡς τὴν Δευτέρα θά ‘μαστε μοῦ λέει εἰς τὴν Κρήτη,
καὶ γράμμα μας θὰ πέψωμεν ἐδῶ τὴν ἄλλην Τρίτη. 

Κάμε την τὴν ἀπόφασιν, δέν θέλει χασομέρι,
στις τρεῖς θὲ νάλθης νὰ μᾶς βρῆς, στοῦ Βουκολᾶ τὰ μέρη. 

Γιὰ τελευταία μου φορὰ ἀπού δα ἐγὼ τ’ Απέρει,
ἦτο ποὺ τὰ παντέρημα τοῦ Βουκολᾶ τὰ μέρη. 

Μαζὶ ἐξεκινήσαμεν ὅλοι γιὰ τὴν  ̓Αχάττα, 
νὰ πᾶμε νὰ τὴν ρίξωμεν εἰς τὸ γιαλὸ τὴ βάρκα. 

Φτάνοντας στην Αστακία

Μπονάτσα ἦτα ὁ γιαλὸς καὶ τὸ φεγγάρι μέρα,
καὶ τὸ πρωΐ βρισκόμαστε στην Αστακία πέρα.

Τέσσαρες ώρες κάμαμεν, Κάρπαθο Αστακία, 
μά ξάφνα μᾶς ἐπλάκωσε μεγάλη ἀπελπισία. 

Μαῦρα μεγάλα κύματα σἂν τὰ θεριά μουγκρίζουν,
καὶ οἱ σκαρμοὶ καὶ τὰ κουπιὰ ἀπὸ τὸ ζόρι τρίζουν. 

Ἐλέαμε πῶς σίγουρα τὸ κῦμα θὰ μᾶς πνίξη,
κι’ ἀπὸ τὸν κτύπο τὸν πολὺ τὴ βάρκα θὲ ν’ ανοίξη. 

Τὴ βάρκα ἐτραβήξαμεν σὲ μιὰν σπηλιάδα μέσα,
κι’ οἱ  ̓Αναράες τῆς σπηλιᾶς ἐκεῖ μᾶς ἐκαλέσαν. 

Δίχως νερό, δίχως ψωμί, δίχως φωτιὰ ἀκόμα,
βρεμένοι ὅπως ἤμαστε ἐθώκαμε στο χώμα. 

Καλοῦ κακοῦ ξημέρωσε, δίχως νὰ κοιμηθούμε,
νὰ φᾶμε πιὰ δὲν εἴχαμεν, οὔτε νερὸ νὰ πιοῦμε. 

Ἢβγαμε εἰς τὴν κορυφὴ τὴν Κάρπαθο νὰ δοῦμε,
κι ἐκάναμε ἀπόφασι πίσω νὰ ξαναρτοῦμε. 

Μὰ πάλιν συλλογίσθημε πῶς πίσω ἂν ἐρτοῦμε,
ξύλο πολὺ θὰ τρώγαμεν καὶ φυλακὴ θὰ μποῦμε. 

Στις Διονυσάδες νήσους

Σὰν ἐξαναγυρίσαμεν ἦτο ὀκτὼ ἡ ὥρα, 
κι’ ἐμπρὸς παιδιὰ νὰ φθάσωμεν στῆς Διανυσάδες τώρα.

Το βράδυ εἰς τὶς τέσσαρες, ἤμαστε στα νησάκια,
κι’ ἤβγαμε νὰ γυρεύωμε νερὸ εἰς τὰ χαράκια. 

Φεύγαμε κι’ ἀπὸ τὰ νησιὰ καὶ πᾶμε γιὰ τὴ Κρήτη,
κι’ ἀπὸ τὴ δίψα ἤνοιξε τοῦ Χαζηιάννη ἡ μύτη. 

Μὰ ὅταν ἐσκοτείνιασε και πλάκωσε τὸ ποῦσι,
καὶ τὰ βουνὰ δὲν εἴχασι ἀκόμα νἀφανοῦσι. 

Δύναμη πιὰ δὲν εἴχαμεν οὔτε ψυχὴ στὸ στόμα,
νὰ φτἄξωμε ἠθέλαμε πέντε-ἕξη μήλια ακόμα. 

Καὶ ἡ Δευτέρα πέρασε κι’ ἦλθεν τώρα ἡ Τρίτη,
κι’ ἀκόμα δὲν ἐπιάσαμεν ἀπάνω εἰς τὴν Κρήτη. 

Μὰ ὁ Θεὸς λυπήθηκε τὰ νειᾶτα ὁλονῶν μας, 
κι’ ἕνα ψαρὰ μᾶς ἔφερεν νὰ τὸν ἐβροῦμε ἐμπρός μας.

Μᾶς ἔδωσεν ἕνα ψωμὶ καὶ ψάρια ένα τσουκάλι,
καὶ μᾶς ἐλέει «βρὲ παιδιὰ, ἴντανε αὐτὸ τὸ χάλι;». 

Η άφιξη στην Κρήτη

Πιάσαμε πάλι τὰ κουπιὰ μὲ δύναμι λιγάκι,
μὰ ὁ καιρὸς μᾶς ἔβγαλε κάτω στὸ Άσπρο Αυλάκι. 

Μπρὸς ἔριχνα τα πόδια μου καὶ πίσω ἐκεῖνα πάσι,
ὅποιος μὲ θώρει θἄλεε «τὸ νοῦ του ἔχει χάσει.»

Ἐμπρὸς ἐμπρὸς ἐπήγαινα ἐγὼ ὁ κακομοίρης,
κι’ ἐκεῖ ὅπου ἐνέφανα βλέπω ἕνα μοναστήρι. 

Ὅταν ἐσώσαμεν ἐκεῖ εἶχεν τρεῖς καλογέρους,
δυο καλογριές κι’ ἕνα παπᾶ καὶ πέντε-έξη γέρους.

Κι’ ἀμέσως μᾶς ἐφέρασι φάβα πούχαν ψημένο,
ελιές, κρασί, κι’ ἕνα ψωμί όμορφοζυμωμένο.

Καὶ ὕστερα μᾶς εἴπασι «παιδιὰ νὰ κοιμηθῆτε,
καὶ κουρασμένοι ἤσαστε καὶ νὰ ἀναπαυθῆτε.»

Στη Σ(η)τεία σὰν ἐφθάσαμεν πᾶμε εἰς τὸν Νομάρχην,
εἶπε μας νὰ καθίσωμεν ὁ Πρόεδρος γιὰ νἄρτη. 

Στις τρεῖς ἡ ὥρα ἤμεθα, στὴ σκάμνα καϊσμένοι,
κι’ εἴκοσι μέρες φυλακὴ, ἤμαστε δικασμένοι. 

«Χίλιες δραχμές πληρώσετε ὅλοι μαζὶ νὰ βγῆτε,
τὰ βάσανα τῆς φυλακῆς, νὰ τὰ ἀπαλλαχθῆτε.

Κι’ ὅλοι οἱ πατριώτες μας ἦλθαν καὶ τὰ πληρῶσαν,
τὸ προστιμάρισμα αὐτὸ καὶ μᾶς ἐλευθερώσαν. 

Θαρρῶ πὼς εἰς τὴν Κάρπαθον θὰ μᾶς ἀναζητῆτε,
μὰ μεῖς τώρα θὰ ζήσωμεν «Έλληνες πια πολίται». 

 

… και το δελτίο του Λυκείου Ελληνίδων Καρπάθου καταλήγει …

Οι νέοι οὗτοι αψηφήσαντες τοὺς κινδύνους τοὺς πολλαπλούς και φεύγαντες τὴν δουλείαν τὴν Ιταλικὴν, διεπεραιώθησαν μὲ μικρή βάρκα εἰς Κρήτην καὶ ἐκεῖθεν εἰς  ̓Αθήνας καὶ εὐθὺς ἅμα τῇ κηρύξει τοῦ πολέμου, ἐνετάχθησα εἰς τὸ Δωδεκανησιακὸν Σύνταγμα καὶ ἐπολέμησαν κατὰ τοῦ τυράννου ἀνδραγαθήσαντες εἰς πολλὰς μάχας.

Ἡ βάρκα μὲ τὴν ὁποίαν ἀνεχώρησαν ἦτο τοῦ Βασιλείου Λυτοῦ, πατρός τοῦ ἥρωος Χριστοφόρου Λυτού.

Είναι ενδιαφέρον εδώ πως στη μνήμη του ηλικιωμένου Ηλία Αντιμησιάρη – παιδί τότε – διασώζεται μια εξιστόρηση τέτοιας τολμηρής πράξης και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Ένα ακόμα δείγμα του πως μεταφέρεται η παράδοσή μας από γενιά σε γενιά. 

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δώδεκα χρόνια μετά το εγχείρημα, το 1955, το δελτίο του Λυκείου Ελληνίδων Καρπάθου δημοσίευσε και διέσωσε το σύνολο των μαντινάδων. Ευχαριστούμε τον Γιάννη Χήρας και την Ευδοξία Σακελλιάδη που εντόπισαν το άρθρο.

Στο επεισόδιο αυτό θυμόμαστε και αναγνωρίζουμε το θάρρος και τον ηρωισμό των Καρπαθίων που τους οδήγησε στο πέρασμα προς την Ελλάδα αλλά και στη συμμετοχή τους στο Δωδεκανησιακό Σύνταγμα μέρος των 311 περίπου Καρπαθίων που το πλαισίωσαν! Δυστυχώς δεν μας είναι γνωστά τα ονόματα άλλων που απέδρασαν στην ελεύθερη Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο από την δυτική παραλία της Καρπάθου το Αρδάνι, πέραν του Γεώργιου Πρωτόπαπα και Γεώργιου Φασουλέτου.

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας ακούσατε ή μας διαβάσατε.

 

Πήγες και Αναφορές

  1. Δελτίο Λυκείου Ελληνίδων Καρπάθου η “Αθηνά”, Οκτώβριος 1955, Κάρπαθος
  2. 1939: Η Βάρκα της Ελευθερίας φεύγει από την Αχάτα, Ηλεκτρονική Εφημερίδα “Ομόνοια”, Φ. 69, Αύγουστος 2021