Views: 19

Πουλ(λ)ί μικρό κι ανήξερο, σκέψου πριχού πετάσεις,
τι άνεμο θα βολευτείς, ποια στράτα θε να πιάσεις.
Παρ’ την ευχή μου φυλαχτό, όσο κι αν ξεστρατίσεις,
το δρόμο σου να ξαναβρείς, και πίσω να (γ)υρίσεις.
Με αυτούς τους στίχους ερμηνεύει τη φωτογραφία ο αείμνηστος Νικολής Διάκος, από το Μεσοχώρι.
Σας προσκαλούμε σε ένα ξεχωριστό αφιέρωμα στον αξέχαστο ποιητή της Καρπάθου.
Σπάνιες απαγγελίες μαντινάδων, μοναδικές στιχομυθίες, και στιγμές που αναδεικνύουν το σπάνιο ποιητικό του ταλέντο, ζωντανεύουν ξανά μέσα από τη φωνή και τον λόγο του.
Ένα ταξίδι στη μνήμη, στην παράδοση και στην ψυχή του ξενιτεμένου Καρπάθιου.
Ελάτε να γνωρίσουμε από κοντά τον κόσμο του Νίκου Διάκου.
χρησιμοποιήσετε το παρακάτω βελάκι ▶️ για να ακούσετε το πρόγραμμα.
- Πλήρης κατάλογος των podcasts στο https://www.karpathos.net/apella-nota/podcasts
Welcome to the new episode of our series “For The Love of Karpathos”. In this program, we pay a special tribute to Nikos Em. Diakos, one of the most beloved poets of Karpathos from the village of Mesochori. Nick was also an honorary member and distinguished collaborator of Apella Nota.
Nikos is no longer with us. However, for all of us who knew him and shared life with him, he remains forever in our minds and hearts. He touched all our hearts with his personality, his humanity, and especially with his poetic talent. He was undoubtedly a great poet of Karpathos; above all, though, he personified the dilemma posed by living in a foreign land (xenitia) and the deep longing for the homeland (nostos) that overcomes every emigrant.
In this program, you will hear rare recitations of mantinades, unique poetic dialogues, and moments highlighting his rare poetic talent, coming alive once again through his voice and words. A journey into memory, tradition, and the soul of the expatriate Karpathian. Come join us as we get a closer look into the world of Nikos Diakos!
ANP105 – Φόρος τιμής στο Νίκο Εμμ. Διάκο

Μικρός εξενιτεύτηκα, αμ’ είχα το σκοπό μου,
Δυο, τρία χρόνια το πολύ, και νά ’ρθω στο χωριό μου.
Τα τρία έξι γίνασι, τα έξι εικοσιέξι,
Ο ξένος τόπος τυχερό, ήτο να με πλανέψει.
Σας καλωσορίζουμε στο νέο επεισόδιο της σειράς μας “Με Αγάπη για την Κάρπαθο” – “For The Love of Karpathos”.
Ξεκινήσαμε με δύο συγκινητικές μαντινάδες του αείμνηστου Νικολή Εμμανουήλ Διάκου από το Μεσοχώρι της Καρπάθου. Προσφέρουμε στο πρόγραμμα αυτό έναν οφειλόμενο φόρο τιμής προς τον πολυαγαπημένο και πολυτάλαντο μαντιναδόρο της Καρπάθου, που υπήρξε επίτημο μέλος και εκλεκτός συνεργάτης της Apella Nota.
Ο Νικολής δεν είναι πια κοντά μας. Απεβίωσε το Δεκέμβρη του 2011, αλλά, για όλους μας που τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, βρίσκεται για πάντα μέσα στο νου και την καρδιά μας. Άγγιξε τις καρδιές όλων μας με την προσωπικότητα του, την ανθρωπιά του και ιδιαίτερα με το ποιητικό του ταλέντο. Υπήρξε αναμφίβολα ένας μεγάλος ποιητής της Καρπάθου· πάνω απ’ όλα, όμως, αποτέλεσε την προσωποποίηση του διλήμματος που θέτει η ξενιτιά, και του νόστου που κυριεύει κάθε ξενιτεμένο.
Μας έλεγε συχνά, «το μυαλό μου είναι κάθε μέρα στην Κάρπαθο, την ζω, την αισθάνομαι, άσχετα αν δεν την επισκέπτομαι», κι ας ήταν χρόνια μακριά της.
Οι μαντινάδες που αναφέρουμε στην αρχή του προγράμματος ήταν το αποτέλεσμα συνεύρεσης μιας παρέας νέων ξενιτεμένων που σύχναζαν στο εστιατόριο του Νίκου. Εκεί στο κατώφλι της κουζίνας, όποτε το επέτρεπαν οι περιστάσεις και το επέβαλε το συναίσθημα, επιδίδονταν ευλαβικά στη μουσική και το τραγούδι του νησιού. Όπως έλεγε ο Νίκος εμφατικά, «καλουργίζουν τα χωράφια και ποτίζουν το δέντρο της καρπάθικης μούσας που ανθεί όσο ποτέ στη μαύρη ξενιτιά».
Εκείνος τους ακούει, και τα μάτια του βουρκώνουν. Ο νους του ανατρέχει στη δική του ζωή. Χρόνια ζει τον πόνο του μισεμού στις στράτες της ξενιτιάς, αλλά και το δίλημμα των δυο πατρίδων. Νιώθει μέσα στα πλούτη του ξένου τόπου τη στέρηση της μητρικής γης, αλλά βρίσκει ανακούφιση στις μνήμες των νεανικών του χρόνων. Ένα πρόχειρο χαρτί γεμίζει πολύ γρήγορα με μαντινάδες της συνεύρεσης.
Μαντινάδες που συνεπαίρνουν την παρέα. Με μεράκι και μαεστρία, οι αδελφοί Γιάννης και Μανώλης Παναγιώτου και ο Ευθύμιος Βέργης, τις μελοποιούν δημιουργώντας μια δημοφιλή κασέτα που κυκλοφόρησε το 1987 και γρήγορα έγινε ανάρπαστη σε Αμερική και Ελλάδα. Το έργο επανακυκλοφόρησε σε μορφή ψηφιακού δίσκου με τίτλο “Οι Ξενιτεμένοι”, με επιμέλεια της Άπελλα Νότα το 2000.
Όπως μας έλεγε ο Νίκος, ας πάμε τώρα να “θυμηθούμε τα παλιά”!
[Ακούμε τώρα] ένα απόσπασμα από τη ραδιοεκπομπή του ομογενειακού ραδιοφώνου COSMOS-FM “Λαογραφικό Ταξίδι” της Χριστίνας Λιδάκη και Μαρίας Δικαιάκου, όπου τον Ιούλιο του 2000, παρουσιάστηκε ο δίσκος “Οι Ξενιτεμένοι” και στην οποία συμμετείχε ο Νίκος Διάκος.
Στο άκρο του Αιγαίου πελάγους, στα Δωδεκάνησα που λένε, βρίσκεσαι και εσύ πλανεύτρα Κάρπαθος. Μαζί με τη γειτόνισσα Κάσο, αγναντεύεις απ’ τη μια μεριά τη Ρόδο και απ’ την άλλη τη λεβεντογέννα Κρήτη. Το λυγερό σου το κορμί προβάλλει σαγηνευτικά στη μέση του πελάγους και τα δώδεκα σου τα χωριά λάμπουν σαν διαμαντένια κοσμήματα στη φορεσιά σου. Οι εξοχές σου μεθούν με τις ευωδιές του πεύκου και του πίσυχνου και γοητεύουν με τις κρυστάλλινες πηγές σου. Οι άνεμοι χτενίζουν στοργικά τις επιβλητικές βουνοκορφές σου και τα μυρωδάτα πεύκα σου λικνίζουν αρμονικά στην προσταγή τους. Οι ζαχαρένεις σου οι ακρογιαλιές σ’ αγκαλιάζουν ερωτικά λες και σε σιγανοκοιμίζουνε κάτω από το φέγγισμα των ασημένιων άστρων σου. Η ιστορία όμως το έγραψε κι ήταν το ριζικό σου, τα μονάκριβά σου τα παιδιά να πάνε σε ξένους τόπους. Όμως σ’ όποια γωνιά της γης και να βρεθούν, όπου να ξεστρατίσουν, το βλέμμα τους το στρέφουνε σε σένα πατρίδα μάνα. Γιατί φυλαχτό στον κόρφο τους κρατάνε την ευχή σου, πυξίδα είναι της επιστροφής στον γονικό τον τόπο.
Γι αυτό σου τραγουδούν, σου γράφουν μαντινάδες, παρηγοριά είναι του μισεμού και βάλσαμο της ψυχής τους. Κι αν τα δάκρυα κυλούν και η φωνή τους τρέμει, το πάθος της αγάπης τους τον πόνο τους γλυκαίνει.
Ο Νίκος Διάκος, ένας από τους πιο χαρισματικούς ποιητές της Καρπάθου, μιλά για το δίλλημα του χωρισμού και λέει:
«Πού να πουλούνε γιατρικό, ο χωρισμός να γιαίνει, να πιούνε να γιατρεύουτε, ούλ´ οι ξενιτεμένοι.»…
Η Μετανάστευση του Νίκου
Αρκετοί Καρπάθιοι μετανάστες, ερχόμενοι στην Αμερική, έφεραν μαζί με τις αναμνήσεις τους, τη λύρα, τη τσαμπούνα, το λαούτο και το ποιητικό τους ταλέντο. Σ’ αυτή τη κατηγορία ανήκε ο Νίκος Διάκος που, περισσότερο από κάθε άλλον, προέβαλε την καρπαθιακή λαϊκή ποιητική παράδοση στην Αμερική.

Ο Νίκος Διάκος του Εμμανουήλ και της Ποθητής – το γένος Κυζούλη, γεννήθηκε το 1941 στο Μεσοχώρι της Καρπάθου όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια.
Μετά την αποφοίτηση του από το Δημοτικό σχολείο, παρακολούθησε το πρόγραμμα της Θεολογικής Σχολής της Πάτμου για να γίνει ιερομόναχος. Πολλές φορές η Μονή τον έστελνε στα γύρω νησιά για να κηρύξει τον Θείο Λόγο.
Είχε γίνει πολύ αγαπητός. Πολλοί χριστιανοί έστελναν γράμματα στη Μονή και παρακαλούσαν να τους ξαναστείλει το καλογεράκι. Ίσως επειδή πάντοτε τελείωνε το κήρυγμά του με καρπάθικες μαντινάδες, καμιά φορά και λίγο πιπεράτες. Μετά από το κήρυγμα περίμεναν το καλογεράκι και άλλοι, γιατί πιο πολύ από το κήρυγμα τους ενδιέφεραν οι μαντινάδες που συνέταζε και τραγουδούσε ο Νίκος. Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις δεν έλειπε βέβαια το γλυκό κρασί αλλά και ο καλός μεζές.
Μετά από πέντε χρόνια φοίτησης στη Θεολογική Σχολή, δεν κρίθηκε κατάλληλος για εκκλησιαστική σταδιοδρομία. Έλαβε όμως ενδεικτικό με διαγωγή κοσμιοτάτη και με αυτό έγινε δεκτός στην έκτη τάξη του Γυμνασίου Καρπάθου απ’ όπου αποφοίτησε.
Το 1959, μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο, ο Νίκος Διάκος ακολούθησε, όπως τόσοι άλλοι Καρπάθιοι, το δρόμο για την Αμερική. Στη Νέα Υόρκη επιδόθηκε στις επιχειρήσεις αρχίζοντας με το σούπερ μάρκετ «Ακρόπολις» στην Αστόρια. Στη συνέχεια επιδόθηκε στα diners, πρώτα με το Olympia στην Αστόρια και στη συνέχεια με τα Oasis, Phoenix, Garden State, και Claremont στο New Jersey.
Πέρα από τα την ιδιοκτησία πολλαπλών diners, ο Νίκος άνοιξε το 1970 στη Νέα Υόρκη και το νυχτερινό κέντρο «Μαρινέλλα», απ’ όπου πέρασαν φημισμένοι έλληνες καλλιτέχνες, όπως η Δούκισσα και ο Μπιθικώτσης. Στη δεκαετία του 1990 άνοιξε στο New Jersey το φημισμένο εστιατόριο και κέντρο διασκεδάσεων Claremont Chateau.
Παρά την πρόοδο και τις επιτυχίες του στις επιχειρήσεις, ο Νίκος Διάκος ήταν πιο γνωστός στην Ομογένεια για το ποιητικό του ταλέντο, που το κληρονόμησε όχι μόνο από τον πατέρα του, αλλά, και από τη μάνα του που τον νανούριζε με καρπάθικα τραγούδια και μαντινάδες.
Το χαρακτηριστικό των μαντινάδων του είναι τα πλούσια εκφραστικά μέσα, το πηγαίο συναίσθημα και η διατύπωση «φιλοσοφικών» αντιλήψεων για τη ζωή και τον άνθρωπο, όπως φαίνεται και από τα παραδείγματα που θα ακολουθούν.
Μια εικόνα — χίλιες λέξεις σε 4 στίχους

Όταν εκδίδαμε το περιοδικό Karpathos τη δεκαετία του ‘90, σε ένα από τα τεύχη είχαμε για εξώφυλλο μια εκπληκτική φωτογραφία – του αείμνηστου Κώστα Αντιμησιάρη – μιας ηλικιωμένης Ολυμπίτισσας που κρατούσε στην αγκαλιά της το μικρό εγγόνι της. Ο Νίκος, μόλις την είδε, παράτησε τη δουλειά του, την κοίταξε προσεκτικά και χαμηλόφωνα απήγγειλε:
Πουλ(λ)ί μικρό κι ανήξερο, σκέψου πριχού πετάσεις,
τι άνεμο θα βολευτείς, ποια στράτα θε να πιάσεις.
Αμά ‘βρεις το κουράγιο σου, κι ανοίξεις τα φτερά σου,
όσο αλάργου και να πας, θυμού τη τη κασσά σου.
Στο πέταγμα σου άμα χαθείς, νιώσεις ορφανεμένο,
να μη καθίσεις σε χλα(δ)ί, να κελα(δ)ήσεις ξένο.
Παρ’ την ευχή μου φυλαχτό, όσο κι αν ξεστρατίσεις,
το δρόμο σου να ξαναβρείς, και πίσω να (γ)υρίσεις.
Ο Νικολής, εντόπισε την επιθυμία του μικρού να πετάξει από την αγκαλιά της γιαγιάς. Κατέγραψε την αγωνία και τον πόνο της μάνας για το μελλοντικό μισεμό του γιου της. Διάβασε τη σκέψη της, πως δε θα σταθεί εμπόδιο στης μοίρας το γραμμένο, και θα υποστεί καρτερικά του χωρισμού τον πόνο. Θα χαρίσει την ευχή της για να γίνει η πυξίδα της επιστροφής στο γονικό τον τόπο!
Η Ερωτική Μαντινάδα και η Επίσκεψη στη Ρόδο
Σε άλλο ένα απόσπασμα από τη ραδιοφωνική εκπομπή του COSMOS-FM…
Ο Νίκος μας δίνει την άποψη του για το την ερωτική μαντινάδα της παλιάς εποχής, η εκπομπή συνεχίζει με το “μικρός εξενιτεύτηκα…”, ένα μουσικό κομμάτι από το δίσκο “Οι Ξενιτεμένοι”, και μετά ακούμε μια συζήτηση για τον πόνο της ξενιτιάς όπου ο Νίκος χαρακτηρίζεται ως “Ο Ξενιτεμένος”!
Όπως αναφέρει ο Νίκος, “το μυαλό μου είναι κάθε μέρα στην Κάρπαθο, την ζω, την αισθάνομαι, άσχετα αν δεν την επισκέπτομαι.” Πράγματι, ο Νίκος επισκέφθηκε την Κάρπαθο μόνο δυο φορές τα τελευταία σαράντα χρόνια και για πολύ σύντομα διαστήματα. Ο Διάκος μιλά για τη σημασία της μαντινάδας για τον Καρπάθιο, και για το πως ο Καρπάθιοι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε με τις μαντινάδες. Η συζήτηση συνεχίζεται με τη αφήγηση μιας συγκινητικής ιστορίας που ήταν και ο κύριος λόγος του δεύτερου και τελευταίου ταξιδιού του στη μητέρα Ελλάδα…
….Ο Μανώλης Διάκος (ο πατέρας του) βρισκόταν σοβαρά άρρωστος στο νοσοκομείο της Ρόδου και έπρεπε να χειρουργηθεί, αλλά με κανένα τρόπο δεν ήθελε να μπει στο χειρουργείο αν δεν ερχόταν ο πρωτογιός του από την Αμερική. Μόλις ο Νίκος Διάκος έφτασε στη Ρόδο πήγε αμέσως στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο πατέρας του. Μπήκε στο δωμάτιο του, πλησίασε το κρεβάτι του και του ’πιασε – όλος αγάπη – τα δυο του χέρια, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Έλαμψε το πρόσωπο του πατέρα από χαρά, αλλά τα μάτια του ήταν γεμάτα παράπονο. Έσκυψε ο γιος γεμάτος αγάπη, φίλησε τον σεβάσμιο πατέρα και του ψιθύρισε:
Πατέρα ήρτα, ειμ’ εδώ, μόνο κουράγιο κάμε,
και μέχρι να γενείς καλά, εις το πλευρό σου θα ’μαι.
Ήρτα που το παράγγειλες, να δεις το πρωτογιό σου,
να νυχτοξημερώνομαι εις το προσκέφαλό σου.
Όταν το βλέμμα του πατέρα αντάμωσε το βλέμμα του γιου, και ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα του, ανασηκώθηκε λίγο, αντρειώθηκε και απάντησε:
Ούλα σου τα παράτησες, κι ήφηες τόσα μίλια;
ναν η ευχή μου φυλακτό στα είκοσι σου ’αχτήλια.
Μετά γύρισε το κεφάλι του προς την γυναίκα του και της είπε:
Φώναξε τώρα του γιατρού να κόψει και να ράψει,
κι αν δεν ξυπνήσω, ο Νικολής, ήρτε για να με θάψει.
Η συνεύρεση με τους πρωτογλεντιστές στη Ρόδο
Μια άλλη φορά που βρεθήκαμε με τον Νίκο, μας αφηγήθηκε και συμπλήρωμα από το ταξίδι του στη Ρόδο.
Το θεώρησα καθήκον, μας είπε με συγκίνηση, μια και ήμουν στη Ρόδο να επισκεφθώ την παλιά φρουρά, τους γλεντιστάδες, τους μερακλήδες και τροβαδούρους που πρεπίζα τόσα χρόνια τις στράτες και τις «χαρές» των χωριών μας.
Έτσι, πήγα να δω τον Νουαράκη… είχα να τον δω απο το ’58. Πήγα στο σπίτι του, μάλλον με πήρε εκεί ο Νικήτας. Ήταν καθισμένος στο καναπέ με τη ρόμπα του. Τον Νικήτα τον καλωσόρισε, εμένα με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, μια και δυο. Πού να με γνωρίσει ο συγχωρεμένος, χρόνια ήταν αυτά! Του λέγω:
«Όπου υπάρχει καφενές, που παίζουν και γλεντούσι,
ερώτηξα και μου ‘πασι, πως πιό δε σε θωρούσι.
Το σπίτι, μούπαν, ήκαμες παντοτεινό γιατάκι,
κι ούλο το κόσμο ήφαα να σ ́εύρω Νουαράκη.»
Σηκώθηκε, ήγνεψε της Κωνσταντίνας, ήτριψε το μέτωπό του και μου απαντά:
«Τη χαραή γνωρίζω τη και τη φωνή θυμούμαι,
αμ ́ εν ηξέρω ξυπνητός αν είμαι, ή κοιμούμαι;
Όνειρο ει(ν) ́για φάντασμα, που στέκεται ομπρός μου;
κάμε το Θεέ μου αληθινό, να γιάνει ο καμός μου.
Ζαμάνια έχω να σε δω, ξέχασες να γυρίσεις,
για να σου ‘ώκω τα κλειδιά, να μ ́ αντικαταστήσεις.»
Και συνέχισε να μας λέει ο Νίκος…
Ακούστηκε ότι βρισκόμουν στη Ρόδο και τη δεύτερη μέρα ήρτεν n… παρέα
Ο Νίκος Νικήτας, ο Γιάννης Παυλίδης, ο δάσκαλος ο Λεντής, ο Κοσμάς, ο Μάλτας, ο Κουλουριώτης, ο Περσελής, και, και, και…. Πήγαμε στο Ολυμπίτικο Σπίτι όπου καταλαβαίνετε τι έγινε και πως βαρούσα οι μαντινάδες! Μακάρι να τις εθυμούμου ούλες….
Μου τραγουδά τότε ο Νίκος Νικήτας…
«Γιατί τα μαύρα τα φορείς, μ’ άφησες και το μούσι,
κάνεις και τον αδιάφορο, ποιός είσαι μη μας πούσι;»
Και συνέχισε ο Γιάννης Παυλίδης…
«Ντροπή ‘ναι εις το μερακλή, σε γλέντι άμα λάχει,
τα χείλη του να τα βακά, και κλειωμένα να ‘χει.»
Εγώ φορώ μαύρα από συνήθεια, το μούσι, έεε…. βαριέμαι να ξυριστώ. Τα χείλη μου τα δάγκωνα από τη συγκίνησή μου, τα δάγκωνα να πνίξω το κλάμα. Όσοι ξέρετε από καθιστό γλέντι, μάλιστα με τόσους γλεντιστάδες στη συντροφιά… καταλαβαίνετε! Έπρεπε να πω κι εγώ κάτι για να γλυτώσω:
«Θωρείτε που ‘μαι αξύριστος και μαυροφορεμένος;
άλλο το να ξενιτευτείς, άλλο να γίνεις ξένος.
Τα σωθικά μου εκάησα, που το καμό μαυρίσα,
δε(ν) τα δροσίσαν οι χαρές, μή(τ)ε φωδιά εσβήσα.
Έχει φωδιές που σβήνουσι, κα(η)μούς απού περνούσι,
μ’ εγώ βαστώ τα μέσα μου, κι ωστά να ζιώ θα ζούσι».
Ο επίλογος
Και επειδή, όπως συχνά μας υπενθύμιζε ο Νίκος, «τίποτα στη Κάρπαθο δεν είναι τέλειο αν δεν αρχίσει και τελειώσει με μαντινάδες», ας δούμε τώρα πως η Μαριγούλα Κρητσιώτη από το Όθος, την οποία γνώρισε και εκτίμησε πάρα πολύ ο Νικολής, εξέφρασε τα αισθήματα όλων μας για το ποιητικό ταλέντο του:
Σαν πώς τις μαντινάδες σου, Νίκο να εκθειάσω;
στοχεύεις και δεν αστοχείς, και πάντα πιάνεις άσσο.
Παίρνεις τα λόγια, βάλεις τα, σειρά σειρά σε τάξη,
και τα κεντάς με της καρδιάς, και με του νου μετάξι.
Εσύ δεν είσαι χείμαρρος, μ’ αστείρευτο ποτάμι,
απού μοιράζει το νερό, χωρίς να χάνει δράμι.
Είναι που σε κανάκιζαν, με του χωριού τις λύρες;
για ’πο της μάνας τη κοιλιά, ρυθμό και μέτρο επήρες;
Μ’ αυτό που πιο πολύ μετρά, είναι, και πε με λάθος,
πως περισσεύει μέσα σου, του μερακλή το πάθος.
Αγαπημένε μας Νίκο, με δάκρυα στα μάτια σφιχταγγαλιάζουμε τη μνήμη σου!
Ταξιδέψαμε άλλη μια φορά τον νόστο του Ξενιτεμένου στο Λαογραφικό Ταξίδι του COSMOS FM, όπου ακούστηκε το “Πλανεύτρα Ξενιτιά” από τον δίσκο “Οι Ξενιτεμένοι”.
Σας χαιρετούμε και θα τα ξαναπούμε σύντομα!
Πηγές και Αναφορές
- COSMOS-FM, ραδιοφωνικό πρόγραμμα “Λαογραφικό Ταξίδι” της Χριστίνας Λιδάκη και Μαρίας Δικαιάκου, Ιούλιος 2000.
- ¨Αξέχαστες Μαντινάδες”, άρθρου του Νίκου Διάκου, περιοδικό “KARPATHOS”, Φεβρουάριος 1993.
- «Καρπαθιακή Παρουσία στην Αμερική», βιβλίο του Μανώλη Κασσώτη, 2012.
- Φωτογραφία εξωφύλλου περιοδικού “KARPATHOS”, Κώστα Αντιμησιάρη, Ιούλιος 1992.
- Νίκος Διάκος – Ο Αξέχαστος Κάρπάθιος ΛαΪκός Ποιητής, άρθρο Karpathos.net, https://www.karpathos.net/258
- Νίκος Εμμ. Διάκος, εκ Μεσοχωρίου, καρπαθιοπαίδεια.