ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ (Λάμπρου Ι. Σταματιάδη)

Posted by on Oct 5, 2019 in Ποίηση | No Comments

Hits: 9

 

 

Ακούστε πατριώτες μου που ’στε ξενητεμένοι, 
τραγούδια για την Κάρπαθο την πολυαγαπημένη

Θέλω δυο λόγια να σας πω, που την καρδιά βγαλμένα, 
να εξηγήσω τι θα πει η Κάρπαθος για μένα.

Ο τόπος που γεννήθηκα κ’ είδα την πρώτη μέρα, 
αυτό θα πει η Κάρπαθος για μένα και για σένα.

Το σπίτι που μεγάλωσα, οι σεβαστοί γονείς μου, 
αδέλφια, φίλοι, χωριανοί κι όλοι οι συγγενείς μου.

Είν’ οι δασκάλοι, τα σχολειά, τ’ αγόρια, τα κορίτσια, 
που κοινωνία προσπαθούν να κάμουσι περίσσια.

Τα σπίτια τα πετρόκτιστα που’ ναι αραδιασμένα, 
σαν περιστέρια ολόασπρα μοιάζουνε το καθένα.

Είναι οι νέοι του χωριού που σκάφτουν τα αμπέλια, 
με τ’ ανθισμένα νειάτα τους, με όρεξη και γέλια.

Νοικοκυρές του τόπου μας, οι ροδομαγουλάτες, 
και οι τεχνίτες του χωριού, του κάμπου οι ζευγολάτες.

Ειν’ οι βοσκοί εις τα βουνά, τα πρόβατα, τα γίδια, 
το γάλα και το βούτυρο και της Λαμπρής η δρίλλα.

Θερίστρες με τα δρέπανα, τ’ αλώνια π’ άλωνίζου, 
και ο μπονέντης που φυσά το στάρι να χωρίζου.

Η γαλανή μας θάλασσα, τα πλουμιστά της ψάργια, 
και ο λαγός κι η πέρδικα που κελαδεί στα πλάγια.

Μελισσουργός, η μέλισσα, το βίκερο, το μέλι, 
σταλαματιά μαζεύτηκε ’πο φύση μυρωμένη. 

Και τα κορίτσια που τρυγούν το ώριμο σταφύλι, 
και βγαίνει το γλυκό κρασί σαν τα δικά τους χείλη.

Οι κόφτρουσες που τις εληές μαδού μες το καλάθι, 
και βγάζουσι στ’ αλετουργιό το ξακουστό μας λάδι.

Οι λόφοι, τα ψηλά βουνά, τα πευκοφυτεμένα, 
θυμάρια κι αγριολούλουδα, όμορφα στολισμένα.

Οι χρυσοπράσινες μυρτιές και οι αλιγαριές της, 
οι σχοίνοι και οι ασκηθοί και οι κινομαλές της.

Τα κρυαταλλένια μας νερά, που τρέχουνε στη βρύση, 
κι η κοπελλιά με το σταμνί που πάει να γεμίσει.

Οι εξοχές οι όμορφες με τα κρύα νερά τους 
κι οι χωριανοί μας που γλεντούν στά ξωμοναστηρά τους.

Όλα τα γλέντια κι οι χοροί, σ’ όλα τα πανηγύρια, 
που πίνουν γνήσιο κρασί γεμάτα τα ποτήρια.

Είναι τα λυροτσάμπουνα κι η αμπελοκουρμούλα, 
που κάνουν πλούσιους και φτωχούς και τα ξεχάνουν ούλα.

Οι πρασινάδες οι παχιές εις του Παπά Ηλία, 
και του χωριού ο Δήμαρχος μέσα στη Δημαρχία.

Που συζητούν οι χωριανοί με το δικό τους τρόπο, 
Κοινοτικά, πολιτικά, χωρίς κανένα κόπο.

Ο ουρανός, η θάλασσα και τ’ ανοιχτό μπουγάζι, 
και της αυγής η ομορφιά όταν γλυκοχαράζει.

Το περιγιάλι τ’ όμορφο, οι γραφικοί του βράχοι, 
τους σκάρους και τα ψάρια σου άλλο νησί δεν τάχει.

Ειν’ οι βαρκούλες στο γιαλό με τ άσπρα τους πανάκια, 
το κύμα στην ακρογιαλιά με τ’ άσπρα τα χοχλάκια.

Ο ήλιος στο μεσούρανο που τρέχει προς τη Δύση, 
και το φεγγάρι που ακλουθά τη νύχτα να φωτίσει.

Η σκάλα η αξέχαστη, η δακρυοβρεγμένη,

που νοσταλγούν να ξαναβγούν όλ’ οι ξενητεμένοι.

Το κοιμητήρι του νησιού, εις του χωριού τη βάντα, 
που τάφησαν οι πρόγονοι και τους θαμούνται πάντα.

Του τόπου που γεννήθηκα κι απούχω περιγράψει, 
χαρά θα το αισθάνουμου στη γη του να με θάψει.

Όποιος ταφεί στον τόπο του, είν’ ελαφρύ το χώμα,
το σώμα το αισθάνεται κι ας σιωπά το στόμα.

Εάν μετά το θάνατο παράδεισος υπάρχει, 
στ’ Απέρι θα ευχόμουνα ο θάνατός μου νάρθει.

Συγχώρεσέ με Κάρπαθος, που είμαι ξορισμένος, 
με παλαμάρια ζωντανά είμαι σφιχτά δεμένος.

Συγγνώμην που τους ποιητές και τους γραμματισμένους, 
γιατί τους στίχους μου καλά δεν εχω συνταγμένους.

Λάμπρος Ι. Σταματιάδης