Παγκαρπαθιακός Διαγωνισμός Μαντινάδας (1976)

Posted by on Jan 1, 1976 in Ποίηση | No Comments

Ο Όμιλος Καρπαθίων Νέων (Καρπαθιακός Σύλλογος με έδρα τον Πειραιά), διοργάνωσε το 1976 Παγκαρπαθιακό διαγωνισμό μαντινάδας. Έκτοτε οι μαντινάδες κυκλοφόρησαν τραγουδισμένες από τους νέους του συλλόγου και αποτελούν μια από τις πιο λυρικές εκφράσεις της αγάπης των Καρπαθίων προς το νησί τους.

Παραθέτουμε εδώ μερικά αποσπάσματα των μαντινάδων, από το δυσεύρετο βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1977. Το μοτίβο είναι γνώριμο. Η εναλλαγή του φυσικού και ανθρώπινου τοπίου του νησιού, η πίκρα του ξενιτεμού , η αναζήτηση της πατρίδας.


Φύσα μπονέντη δροσερέ και τη φωνή μου πάρτη,
απ’ τη Σαρία, στο Λευκό, στο Βρόντη, στον Άφιάρτη.

Είπαν να σε παινέσουσι μα πώς να πρωταρχίσου;
ποιους θησαυρους να πιάσουσι και ποιους να παρατήσου;

Δεν είναι οι μόνοι θησαυροί τα χρήματα στη τσέπη,
τους ηθικούς μας θησαυρούς να διατηρούμε πρέπει.

‘Ωκεανός αστείρευτος και ποταμός και βρύση,
είναι τα προτερήματα που σου ‘ωκεν ή φύση.

Σαν τι μπορεί να πει κανείς στο ρόδο που μυρίζει;
στον Ηλιο που μεσουρανεί και το ντουνιά φωτίζει;

Κοράλι μας θαλασσινό, περήφανη Γοργόνα,
είχες και θά ‘χεις πάντοτε, πρωτεία, στον αιώνα.

Νίκος Παπαμιχαήλ†


Αραγε να χει άνθρωπο αυτό νά μη το ξέρει
πώς είσαι τον Παράδεισου γωνιά το καλοκαίρι;

Σαν φτάσει ο Ιούλιος, βάζεις τα σκολιανά σου
κι ανοίγεις τις αγκάλες σου να κλείσεις τα παιδιά σου.

Κάθε γιορτή κάνουν χορούς και των αγιών τραπέζι,
και δε χορταίνεις τη γλυκιά τη λύρα όταν παίζει.

Σα στολιστούν οι κόρες σου που χουν ματιά σαΐτα,
μοιάζου με τ’ άστρα τ’ ουρανού που λάμπουν κάθε νύχτα.

Δίπλα στα λεβεντόκορμα κι όμορφα παλληκάρια,
μοιάζει ο χορός σου σα κολλιέ με τα μαργαριτάρια.

Οποιος βρεθεί στα γλέντια σου μες στους τραγουδιστά(δ)ες,
θά τον φορτώσουσι βαρειά μ’ όμορφες μαντινά(δ)ες.

Κι’ αν τύχει ξένος να βρεθεί τα μάτια του κουράζει,
τα όμορφα σου έθιμα Κάρπαθος να θαυμάζει.

Με μηχανή το κάθε τι το αποθανατίζει,
τέτοια δεν βλέπει πουθενά στα μέρη πού γυρίζει…

Κι όταν θά δούνε τον καπνό στου πλοίου το φουγάρο,
λέ κι ας έμπόρου Κάρπαθος, μαζί μου να σε πάρω.

Μικρή ‘σαι διαμαντόπετρα στο νότιο Αιγαίο,
μα το βαρύ σου ριζικό ώστά να ζω θά κλαίω.

Γιατί έγέννησες παιδιά, πολλά καλά και άξια,
μ’ εφυγαν, τα μετόχια σου, έμεινα και ρημάξα.

Τα χώματα που γενεές, χρόνια πολλά εθρέψα,
τ’ αφήσαμε στο έλεος, της μοίρας των κα ‘γριέψα.

Τα χώματα σου Κάρπαθος τα ιδρωποτισμένα,
τώρα τα βλέπω με κλαδιά και πεύκα σκεπασμένα.

Πεύκα δεν έσεβάστητε τόσων χρονών ιδρώτα,
να μείνετε ακίνητα, στη θέση πούστε πρώτα;

Ανάθεμα σε ξενητιά που μ’ έκαμες ν’ αλλάξω
το χρώμα μου το χρυσαφί πράσινο νά το βάψω.

Χριστέ μου το νησάκι μας μη μας το ‘πορημάξεις
έστω και γέρους γύριζε σα πάρου τις συντάξεις.

Ολοι των ειν’ ορθόδοξοι, Χριστιανοσύνης φίλοι
νάχει άνθρωπο στη χάρη σου ν’ άνάβει το καντήλι.

Γιάννης Χαψής†


Τα πεύκα και κρυά νερά κι οι ακροθαλασσιές της,
πανοραματικές πλαγιές κρατά για αρχοντιές της.

Οι κρυσταλλένιες αμμουδιές το πράσινο στα πλάγια,
ναρκώνουν όσους θα τα δου σα να τους κάνεις μάγια.

Σαν αναπνεύσω δυο λεπτά το σώμα μου τονώνω,
ιώδιο θαλασσινό και πεύκου οξυγόνο.

Οι πέτρες γύρω στο γιαλό λάμπουσι σα διαμάντια,
κι αντανακλούν στη θάλασσα οπού ‘ναι όλο κάντια.

Νάταν ο κόσμος εύπορος στη Κάρπαθο να μένει,
δε θά σπαταλά τη ζωή μακριά της να πηγαίνει.

Αγχος δε ζει στη Κάρπαθο κι ο μαρασμός έχάθη
στο κλίμα της γιατρεύουται των αρρωστιώ τα πάθη.

Κι αν ειν’ φτωχό το έδαφος στη Κάρπαθο που ζούμε,
στ’ άλλα με το Παράδεισο μαζί ισοβαθμούμε.

Μανώλης Βασιλαράς


Αστροφεγγιές σε λούνουσι άνεμοι σε χτενίζου,
στην αγκαλιά τους οι γιαλοί σε σιανοκοιμίζου.

Και συ να ζήσεις στη σκλαβιά ήτο το ριζικού σου,
‘με σήκωσες το μπόι σου πιο πάνω ‘που τ’ οχτρού σου.

Της αντρειοσύνης σου ‘φηκες σημάδια όχι λία,
βαρειά για μας κληρονομιά να στέκου στα βιβλία.

Και μ’ ουλές σου τις ομορφιές και μ’ ούλα τα καλά σου,
πληγή ανοιχτή ο μισεμός είναι κατάστηθά σου.

Μαριγούλα Κρητσιώτη