ΝΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣ – Ο αξέχαστος Καρπάθιος λαϊκός ποιητής

Posted by on Dec 24, 2013 in Πρόσωπα | No Comments

Nikos DiakosΑρκετοί Καρπάθιοι μετανάστες, ερχόμενοι στην Αμερική, έφεραν μαζί τους τη λύρα, την τσαμπούνα, το λαούτο και το ποιητικό τους ταλέντο. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκε ο Νίκος Διάκος που, περισσότερο από κάθε άλλον, προέβαλε την καρπαθιακή λαϊκή ποιητική παράδοση στην Αμερική. Μόλις πέρασαν δυο μήνες από τον περασμένο Οκτώβριο που η Καρπαθιακή Ομοσπονδία οργάνωσε πολιτισμική εκδήλωση για να τον τιμήσει, και τώρα ο Νίκος Διάκος δεν βρίσκεται πια κοντά μας.

Ο Νίκος Διάκος του Εμμανουήλ και της Ποθητής το γένος Κυζούλη, γεννήθηκε στο Μεσοχώρι όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Μετά την αποφοίτηση του από το Δημοτικό σχολείο του χωριού του, με ενέργειες του τότε Μητροπολίτη Αποστόλου, πήγε στη Θεολογική Σχολή της Πάτμου για να συνεχίσει τις σπουδές του και να γίνει ιερομόναχος. Πολλές φορές η Μονή τον έστελνε στα γύρω νησιά για να κηρύξει τον Θείο Λόγο. Είχε γίνει πολύ αγαπητός. Πολλές γριές έστελναν γράμματα στη Μονή και παρακαλούσαν να τους ξαναστείλει το καλογεράκι. Ίσως επειδή πάντοτε τελείωνε το κήρυγμά του με καρπάθικες μαντινάδες, καμιά φορά και λίγο πιπεράτες. Μετά από το κήρυγμα περίμεναν το καλογεράκι κι άλλοι, γιατί πιο πολύ από το κήρυγμα τους ενδιέφεραν οι μαντινάδες που συνέταζε και τραγουδούσε ο Νίκος. Σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις δεν έλειπε το γλυκό κρασί και ο καλός μεζές. Μετά από πέντε χρόνια φοίτησης στη Θεολογική Σχολή, κρίθηκε ακατάλληλος για εκκλησιαστική μόρφωση. Δεν του έδωσαν απολυτήριο, μόνο ένα ενδεικτικό με διαγωγή κοσμιοτάτη. Με αυτό το ενδεικτικό έγινε δεκτός στην έκτη τάξη του Γυμνασίου Καρπάθου απ’ όπου πήρε τ’ απολυτήριο.

Το 1959, μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο, ο Νίκος Διάκος ακολούθησε, όπως τόσοι άλλοι Καρπάθιοι, το δρόμο για την Αμερική. Ερχόμενος στην Αμερική, όταν στο αμερικανικό προξενείο τον ρώτησαν τι δουλειά κάνει, δεν κατάλαβε καλά και δήλωσε βουτηχτής, εννοώντας τα μακροβούτια που έκανε όταν κολυμπούσε στην Κάρπαθο. Η υπάλληλος, που δεν καταλάβαινε καλά την καρπαθιακή διάλεκτο, μετέφρασε το βουτηχτής σε βατραχάνθρωπος! Έτσι, το 1962, με την κρίση της Κούβας, τον κάλεσαν στο αμερικανικό ναυτικό, στην Νέα Ορλεάνη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ευτυχώς που η κρίση της Κούβας τελείωσε σε λίγες μέρες και δεν πρόφτασαν οι Αμερικάνοι να διαπιστώσουν τις βατραχανθρωπικές του ικανότητες.

Στη Νέα Ορλεάνη έκατσε 9 μήνες, όπου άνοιξε ελληνικό νυκτερινό κέντρο. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη επιδόθηκε στις επιχειρήσεις αρχίζοντας με τη σούπερ μάρκετ «Ακρόπολις» στην Αστόρια. Στη συνέχεια επιδόθηκε στα diners, πρώτα με το Olympia στην Αστόρια και στη συνέχεια με τα Oasis, Phoenix, Garden State, και Claremont στο New Jersey. Πέρα από τα ιδιοκτησία πολλαπλών diners, ο Νίκος άνοιξε το 1970 στη Νέα Υόρκη και το νυκτερινό κέντρο «Μαρινέλλα», απ’ όπου πέρασαν φημισμένοι έλληνες καλλιτέχνες, όπως η Δούκισσα και ο Μπιθικώτσης. Στη δεκαετία του 1990 άνοιξε στο New Jersey το φημισμένο εστιατόριο και κέντρο διασκεδάσεων Claremont Chateau.

Παρά την πρόοδο και τις επιτυχίες του στις επιχειρήσεις, ο Νίκος Διάκος ήταν πιο γνωστός στην Ομογένεια για το ποιητικό του ταλέντο, που το κληρονόμησε όχι μόνο από τον πατέρα του, αλλά, και από τη μάνα που τον νανούριζε με kαρπάθικα τραγούδια και μαντινάδες. Το χαρακτηριστικό των μαντινάδων του είναι τα πλούσια εκφραστικά μέσα, το πηγαίο συναίσθημα και η διατύπωση «φιλοσοφικών» αντιλήψεων για τη ζωή και τον άνθρωπο όπως φαίνεται από τα παραδείγματα που ακολουθούν.

Στο νοσοκομείο
Ο Μανώλης Διάκος (ο πατέρας του) βρισκόταν σοβαρά άρρωστος στο νοσοκομείο της Ρόδου και έπρεπε να χειρουργηθεί, αλλά με κανένα τρόπο δεν ήθελε να μπει στο χειρουργείο αν δεν ερχόταν ο πρωτογιός του από την Αμερική. Μόλις ο Νίκος Διάκος έφτασε στη Ρόδο πήγε αμέσως στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο πατέρας του. Μπήκε στο δωμάτιο του, πλησίασε το κρεβάτι του και του ’πιασε – όλος αγάπη – τα δυο του χέρια, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Έλαμψε το πρόσωπο του πατέρα από χαρά, αλλά τα μάτια του ήταν γεμάτα παράπονο. Έσκυψε ο γιος γεμάτος αγάπη, φύλησε τον σεβάσμιο πατέρα και του ψιθύρισε:

Πατέρα ήρτα, ειμ’ εδώ, μόνο κουράγιο κάμε,
και μέχρι να γενείς καλά, εις το πλευρό σου θα ’μαι.

Ήρτα που το παράγγειλες, να δεις το πρωτογιό σου,
να νυχτοξημερώνεται εις το προσκέφαλό σου.

Όταν το βλέμμα του πατέρα αντάμωσε το βλέμμα του γιου, και ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα του, ανασηκώθηκε λίγο, αντρειώθηκε και απάντησε:

Ούλα σου τα παράτησες, κι ήφηες τόσα μίλια;
ναν η ευχή μου φυλακτό στα είκοσι σου ’αχτήλια.

Μετά γύρισε το κεφάλι του προς την γυναίκα του και της είπε:

Φώναξε τώρα του γιατρού να κόψει και να ράψει,
κι αν δεν ξυπνήσω, ο Νικολής, ήρτε για να με θάψει.

Ο μπροσταρότραος
Το 1993, το Παγκαρπαθιακό Ίδρυμα οργάνωσε τιμητικό δείπνο για να τιμήσει το γιατρό Μιχάλη Γεργατσούλη, με την καθοδήγηση και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του οποίου ιδρύθηκε το Παγκαρπαθιακό Ίδρυμα και στη συνέχεια κατασκευάστηκε το «Καρπάθικο Σπίτι της Αμερικής». Ο Νίκος Διάκος παίρνει εικόνες από την ποιμενική ζωή της Καρπάθου, για να περιγράψει τις ηγετικές ικανότητες του γιατρού.

Και σα τον μπροσταρότραο, μ’ ούλη τη δύναμη του,
φυλάει και καθοδηγά για χρόνια το μαντρί του.

Και στη συνέχεια με τις ίδιες εικόνες περιγράφει τις δυσκολίες που συνάντησε και τις προσπάθειες που κατέβαλε, αλλά και την αναγνώριση για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού.

Γκρεμούς λαγκάδια και βουνά επέρνα και περπάτα,
και τον εκαμαρώνασι σε ούλα τα μητάτα.

Πρόφτασε ο Χάρος
Το 1990, ο Νίκος Διάκος, μαζί με ολόκληρη η Καρπαθιακή παροικία της Αμερικής, θρήνησε τον απροσδόκητο χαμό της 19χρονης αριστούχας φοιτήτριας του Columbia University, Βασιλείας Βασιλειάδη.

Όμως δεν ήτο τυχερό εις τη ζωής τη πόρτα,
προτού ναρθούνε οι χαρές, ο Χάρος μπήκε πρώτα.

Να μη σε πάρει η ξενιτιά
Το 1995 το περιοδικό Karpathos στο εξώφυλλο του δημοσίευσε τη φωτογραφία μιας γριάς που κρατούσε στην αγκαλιά της το 8χρονο εγγόνι της. Μέσα στο μυαλό της γιαγιάς μπήκε ο Διάκος και διάβασε τις σκέψεις της για το μέλλον του εγγονιού της και τους φόβους της, για τη μελλούμενη ζωή του.

Πουλί μικρό κι ανήξερο, σκέψου πριχού πετάσεις,
τι άνεμο θα βολευτείς, πια στράτα θία πιάσεις.

Στο πέταμά σου άμα χαθείς, νοιώσεις ορφανεμένο,
να μη καήσεις σε χλαΐ, να κελαδίσεις ξένο.

Παρ’ την ευχή μου φιλακτό, όσο κι αν ξεστρατήσεις,
το δρόμο σου να ξαναβρείς και πίσω να ’υρίσεις.

Ο μεγάλος καημός
Το 1994, ο χάρος ζήλεψε την οικογενειακή του ευτυχία, και σκληρά και άκαρδα κτύπησε την πόρτα του. Σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα έχασε τον μοναχογιό του, βυθίζοντας τον σε μεγάλη θλίψη, όπως ο ίδιος βρήκε το κουράγιο να περιγράφει τον αφόρητο καημό του:

Μ’ ούλο τον κόσμο τα ’βαλα και τα ’χα βγάλει πέρα,
Κι άξαφνα κατακούτελα μου ’ριξε ο Θεός τη σφαίρα.

Ο αείμνηστος, σ’ όλη του τη ζωή, με μαντινάδες εξέφραζε τα αισθήματα του. Ας αφήσουμε, λοιπόν τώρα, τη Μαριγούλα Κριτσιώτη, με τον ίδιο τρόπο, να εκφράσει τα αισθήματα όλων μας για το ποιητικό ταλέντο του Νίκου Διάκου:

Σαν πώς τις μαντινάδες σου, Νίκο να εκθειάσω;
στοχεύεις και δεν αστοχείς, και πάντα πιάνεις άσσο.

Παίρνεις τα λόγια, βάλεις τα, σειρά σειρά σε τάξη,
και τα κεντάς με της καρδιάς, και με του νου μετάξι.

Εσύ δεν είσαι χείμαρρος, μ’ αστείρευτο ποτάμι,
απού μοιράζει το νερό, χωρίς να χάνει δράμι.

Είναι που σε κανάκιζαν, με του χωριού τις λύρες;
για ’πο της μάνας τη κοιλιά, ρυθμό και μέτρο επήρες;

Μ’ αυτό που πιο πολύ μετρά, είναι, και πε με λάθος,
πως περισεύει μέσα σου, του μερακλή το πάθος.

Εμ. Κασσώτης

Σημείωση: Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του Μανώλη Κασσώτη «η Ιστορία της Καρπαθιακής Παροικίας Αμερικής» που βρίσκεται υπό εκτύπωση.

 

The Wall – A poem dedicated to Nick E. Diakos

[A poem by John T. Lagonikos, written as a personal tribute to Nick Diakos and presented to him at the dance of the Federation of Karpathian Societies of America on October 14th, 2011.]

Nick,

Where few have walked upon those paths where footprints, un-eroded, lie
Where words from mystic springs are torn and born in labour’s cry
I feel your presence there.
And, as your thoughts in rivers run and soak the parched terrain
A single flower blooms that bears your name.
Blood red, for all that was, and is, and in your heart flowers still
And, with each beat, drinks deep from crimson spring
As withered petals fall, and new, reborn, your soul inflame

As we have not yet met, you remain a missing piece in my metaphorical “wall”. A yawning, empty space. I include my poem, the Wall, as a personal tribute to the fervour of your superlative poetic expression. My heartfelt contribution on the day that you are being honoured, knowing that you will understand the “profond “ sentiment therein.

 

The Wall

Where have all the pieces gone?
Chiseled from the ancient wall
From their ancient mortar worn
Pillaged from where spaces yawn
Empty places, whistling tunes
Screaming through wind-whipped wounds

Where have all the pieces gone?
From the bleeding wall
Sculpted marble, mason’s stone
Thinker’s word and sage’s tome
Fallen giants on pygmies’ swords
Slaughtered all, by heathen hordes

Where have all the pieces gone?
From the disembowelled wall
Rocky entrails, serpent forms
Writhing remnants from its belly born
Tombstones scrolled in mourning cries
In a cemetery of sighs

Where have all the pieces gone?
From the disfigured wall
Dismembered, fleshless, torn
By thoughtless hands with talons drawn
Of wingless vultures, senseless beings
Shrieking fiends of hideous hymns

Where have all the pieces gone?
From the grieving wall
There……
There, where all that was is naught
Where fallen skeletons of stone
Lie prone
Engraved with wisdom’s soul
There, where maggots crawl
Beneath the avalanche of feet
Of haunted beings
Where fallen things in silence sleep
Below the ruins we walk upon
And in their graveyard weep

John T. Lagonikos
Pretoria, South Africa