Μελαγχολική Άνοιξη – Melancholic Spring

Melancholic Spring

Το πόνηµα του κ. Κασσώτη µε τον εύγλωτο τίτλο «Μελαγχολική Άνοιξη» αναφέρεται σε µια πικρή ερωτική ιστορία, που εκτυλλίσεται στα τελευταία χρόνια της ιταλικής κατοχής και του Πολέµου στην Κάρπαθο. Πρόκειται για ιστορία αληθινή, µε πληροφορίες που προέρχονται από τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν, καθώς, µισόν αιώνα και πλέον αργότερα, αφήνουν να «ξετυλιχτεί το κουβάρι της µνήµης τους».

This book is about the true love story of Ennio – an Italian officer – and Antigone – a Karpathian – during World War II. The passionate love of these two young people endured the hatred of war for many years, and became a local legend memorialized in the songs Ennio wrote for Antigone. Many years later, the islanders and the Italian soldiers continued to reminisce these songs with special love and nostalgia.

Τίτλος: Μελαγχολική Άνοιξη
Συγγραφέας: Μανώλης Γ. Κασσώτης
 146 Beverly Avenue, Floral Park, NY 11001, U.S.A.
Εκδότης: Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών ∆ωδεκανήσου
 Ρόδος, ∆ωδεκάνησα
Έτος Έκδοσης: 2005

Title: Melancholic Spring
Author: Emanuel G. Cassotis
 146 Beverly Avenue, Floral Park, NY 11001, U.S.A.
Publisher: Stegi Grammaton ke Technon Dodecanesou
 Rhodes, Greece
Published: 2005

Copyright: Emanuel G. Cassotis © 2005. All rights reserved. 
 No part of this book may be printed or otherwise 
 reproduced without written permission by the author, 
 except in the case of brief quotations.

ISBN: 960-85568-6-4

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών ∆ωδεκανήσου αποδέχθηκε µε ιδιαίτερη χαρά την πρόταση του κ. Μανώλη Γ. Κασσώτη να εντάξει στη σειρά των αυτοτελών της εκδόσεων το βιβλίο του «Μελαγχολική Άνοιξη». Ο κ. Κασσώτης, σηµαίνον και δραστήριο στέλεχος της δωδεκανησιακής οµογένειας στην Αµερική, είναι γνωστός στο δωδεκανησιακό αναγνωστικό κοινό κυρίως για τα δηµοσιεύµατά του γύρω από την νεότερη δωδεκανησιακή ιστορία. Είναι από τους τακτικούς συνεργάτες της Στέγης µε την συµµετοχή του, µε ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες εισηγήσεις, στα Πολιτιστικά Συµπόσια των τελευταίων ετών, ενώ η µονογραφία του «Η Μάχη της Τήλου» συµπεριελήφθη στις αυτοτελείς εκδόσεις µας (αριθµ. 19, Νέα Υόρκη 1995).

Το πόνηµα του κ. Κασσώτη µε τον εύγλωτο τίτλο «Μελαγχολική Άνοιξη» αναφέρεται σε µια πικρή ερωτική ιστορία, που εκτυλλίσεται στα τελευταία χρόνια της ιταλικής κατοχής και του Πολέµου στην Κάρπαθο. Πρόκειται για ιστορία αληθινή, µε πληροφορίες που προέρχονται από τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν, καθώς, µισόν αιώνα και πλέον αργότερα, αφήνουν να «ξετυλιχτεί το κουβάρι της µνήµης τους». Μια Καρπαθοπούλα από καλή οικογένεια κι ένας νέος, ευγενικός και φιλόµουσος Ιταλός έφεδρος αξιωµατικός, πέφτουν στην ενέδρα του φτερωτού θεού για να βιώσουν τη µέθη ενός σύντοµου ωραίου ονείρου και το σπαραγµό για την βίαιη τελική συντριβή του. Απέναντι στην άδολη νεανική θέρµη και την ειλικρίνεια των αισθηµάτων έρχονται και ορθώνουν ανυπέρβλητα εµπόδια αµείλικτες οι εθνικές προκαταλήψεις του παραδοσιακού συντηρητικού οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος (που έκαναν ώστε οι αλύτρωτοι «να βλέπουν στο πρόσωπο του κάθε Ιταλού τον ίδιο τον Μουσολίνι») κι ακόµη πιο αµείλικτες έρχονται οι δραµατικές ιστορικές συγκυρίες να θρυµµατίσουν ένα ακόµη — ανάµεσα στα τόσα — αθώο ανθρώπινο όνειρο.

Όµως, ας µην νοµιστεί ότι το βιβλίο περιορίζεται στην αφήγηση της ερωτικής ιστορίας. Πριν από τον «ποιητή» εργάστηκε εξονυχιστικά ο ιστορικός. Ο κ. Κασσώτης, µεθοδικός ερευνητής και βαθύς γνώστης των ειδικών συνθηκών της εποχής στην Κάρπαθο, ανασυνθέτει σε αδρές γραµµές το ιστορικό πλαίσιο και ζωντανεύει µια ολόκληρη εποχή µε πλήθος από πληροφορίες που αναδύονται από κάθε σελίδα του βιβλίου, ενώ η παρεµβολή τους στην εξέλιξη του «µύθου» τις κάνει περισσότερο συναρπαστικές και εύληπτες: Η ιταλική κατοχή, ο Πόλεµος κι οι εθνικές προσδοκίες των ∆ωδεκανησίων. Η κατάργηση των ελληνικών γραµµάτων από τον Κυβερνήτη De Vecchi, η νέα εκπαιδευτική κατάσταση κι η αθόρυβη αντίσταση των Καρπαθίων. Οι µεταφορές, οι εφοδιασµοί, οι εξοπλισµοί, οι στρατιωτικές δυνάµεις, η ζωή των Ιταλών αξιωµατικών, αστυνοµικών και δηµοσίων υπαλλήλων στο νησί, οι αυθαιρεσίες και οι καταπιέσεις εις βάρος του ντόπιου πληθυσµού, τα έκτακτα µέτρα που επέβαλε η κατάσταση του Πολέµου, η ανεπάρκεια των τροφίµων… Οι Ιταλοί στρατιώτες που βρέθηκαν µακριά από την πατρίδα τους και την αναπολούν τραγουδώντας, όχι πολεµικά ή φασιστικά, αλλά ερωτικά και νοσταλγικά τραγούδια. Τα δραµατικά γεγονότα που ακολούθησαν την ιταλική συνθηκολόγηση το φθινόπωρο του 1943 και τα δραµατικότερα, που έλαβαν χώραν µετά την αποχώρηση των γερµανικών στρατευµάτων από την Κάρπαθο κλπ. Όλες αυτές οι πληροφορίες κάνουν το γεωγραφικό και ιστορικό χώρο οικείο και βατό για τον αναγνώστη, ενώ ο συγγραφέας κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις ασφαλείας από τα γεγονότα, τις αντίµαχες ιδεολογίες και τους εθνικισµούς, κατορθώνει να δώσει στο πόνηµά του ένα βαθύ ανθρωπιστικό περιεχόµενο.

«Μελαγχολική Άνοιξη». Η αφόρητα µελαγχολική άνοιξη ενός τρυφερού έρωτα που αναδύθηκε αναπάντεχα µέσα στην καταιγίδα του Πολέµου για να πεθάνει αδικαίωτος. ∆υο νέοι που τα όνειρά τους «τα σύντριψε ο πόλεµος κι οι προκαταλήψεις… Θύµατα των ιστορικών συγκυριών της εποχής τους, της νοοτροπίας της µικρής της κοινωνίας και του οικογενειακού περιβάλλοντος», που εµποδίζουν να ειδωθεί ο άλλος άνθρωπος, όχι ως µέλος της αντίπαλης εθνότητας, αλλά ως άτοµο µε τα δικά του αισθήµατα, τη δική του αξία.

Για να επαληθευτεί για µιαν ακόµη φορά ότι σ’ όλους τους πολέµους ο µεγάλος ηττηµένος είναι τα πιο ευγενικά όνειρα του κάθε ανθρώπου χωριστά κι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο σύνολό της.

Η Σ.Γ.Τ.∆. ευχαριστεί και συγχαίρει τον συγγραφέα, ο οποίος — σηµειωτέον — ανέλαβε ολόκληρη τη δαπάνη της έκδοσης.

Ρόδος, Σεπτέµβριος 2004, 
Στέγη Γραµµάτων και Τεχνών ∆ωδεκανήσου

SUMMARY
Ennio Grimaldi, the son of Enrico and Anna, was born in Roccapiemonte (Salerno) of South Italy on August 10, 1914. He studied economics at the University of Naples. He was also artistically inclined: in addition to writing poetry and theatrical plays, he composed music and played the violin and accordion. But when World War II started, he was drafted into the army. Ennio was sent to an officer’s school, and six months later was commissioned as a second lieutenant. In May 1939, just a month before Italy entered the war, Ennio was sent to the Dodecanese island of Karpathos, which was, at the time, under Italian administration.

Living in Karpathos at that time was John Giannakis, a lawyer, and his wife Katerina, a school teacher, with their two sons and their beautiful daughter named Antigone. Giannakis was a Greek patriot who strongly objected to the Italian occupation of his island, and to the oppressive measures of Mussolini’s fascist regime towards the Dodecanese population. His utmost desire was the liberation of his island and its unification with the Greek motherland.

Soon after arriving in Karpathos, Ennio met and fell in love with Antigone. Antigone initially resisted Ennio’s overtures, fully aware of her father’s hatred toward Italians and the hardships endured by her fellow islanders under Mussolini’s oppressive rule. But some time later, the sincerity and warmth of Ennio’s love swayed Antigone into falling in love with all the strength of her innocent youth. Her father, though, would never approve of their courtship. He saw in Ennio and all Italians the enemy of his nationalistic aspirations.

The passionate love of these two young people endured the hatred of war for many years, and became a local legend memorialized in the songs Ennio wrote for Antigone. Many years later, the islanders and the Italian soldiers continued to reminisce these songs with special love and nostalgia.

Alas, Ennio and Antigone were never united. Their love survived the war but could not overcome her father’s adamant objections. Antigone obeyed her father’s wishes and sacrificed her love for Ennio. Life went on down separate paths, and their passionate love remained a memory filled with tenderness and affection. Fate and the healing of time, however, allowed their paths to cross again in their late years. One last embrace to celebrate and mourn their unfulfilled love. One more moment of tenderness followed by the all too familiar heartbreak of separation.

Emanuel Cassotis